Άρθρα μελών και φίλων

«Μαχαιριά στην καρδιά του κτήνους» ή σκέτη πυρομανία; Σχόλιο για τον Γιάννη Ραγκούση και την Άννα Διαμαντοπούλου. Του Περικλή Βασιλόπουλου

Γι’ αυτό το άρθρο φταίει το Blackberry. Είμαι εδώ και δυο ημέρες σε ολιγοήμερες διακοπές, δίπλα στην θάλασσα με θέα την κρεμαστή γέφυρα του Ρίου αλλά το κόκκινο φωτάκι που αναγγέλλει τον ερχομό των e-mail στη συσκευή δεν λέει να σβήσει. Όπως ισχυρίζεται και η Lucy Kellaway στους Financial Times, το Blackberry μας εισήγαγε πανηγυρικά στην εποχή των «Worlidays», μια υβριδική κατάσταση ανάμεσα στο work και holiday ελληνιστί «Διακοποεργασία». Και αυτή η νέα κατάσταση, τονίζει η καλή συνάδελφος, μέσα σε συνθήκες πιεστικής υπερεργασίας είναι κάτι καλό γιατί αυξάνει και τις διακοπές και την παραγωγικότητα της εργασίας. Ζούμε στην εποχή όπου το ζητούμενο είναι τα μετρήσιμα αποτελέσματα ανεξαρτήτως του τρόπου που τα επιτυγχάνεις. Μεγάλη κουβέντα για την Ελλάδα του σήμερα και ιδίως γι’ αυτήν που πρέπει να κτίσουμε «from scratch» (από τα συντρίμμια) αύριο. Πολλές δεκάδες e-mail, λοιπόν, στέλνουν μέλη και φίλοι της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ αλλά και συνάδελφοι δημοσιογράφοι, όλα με το καίριο ερώτημα. Εντάξει με τις μεταρρυθμίσεις αλλά μήπως οι χειρισμοί Ραγκούση (κυρίως) και Διαμαντοπούλου εν συνεχεία προκαλούν κοινωνική αναταραχή και υπονομεύουν τελικά τις όποιες στα λόγια ριζικές αλλαγές; Όταν το ερώτημα προέρχεται από ανθρώπους που στο σύνολό τους υποστηρίζουν την απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων και ιδίως των αυτοκινητιστών ταξί και την ριζική αναδιοργάνωση των ΑΕΙ, τότε υπάρχει πρόβλημα.

Πρόβλημα υπάρχει αλλά επίσης υπάρχει και λύση. Που ξεκινά με την αναζήτηση της σωστής στάσης. Βλέπω δυο πιθανές εκδοχές αντιμετώπισης μέσα από δυο άρθρα δυο σχετικά αμερόληπτων, μη κομματικά εμπλεκόμενων σχολιαστών που εκτιμώ για διαφορετικούς λόγους τον καθένα. Το πρώτο μου το έστειλε με σχόλια συνάδελφος από το εξωτερικό και είναι το άρθρο των FT «How to tame the Greek beast» του Gideon Rachman. Το δεύτερο το έλαβα διαμέσου του –πολύ καλού- καθημερινού ηλεκτρονικού δελτίου του TVXS στις 3.8.2011 και έχει τίτλο «Η κυβέρνηση με τους πυρομανείς» του Στέλιου Κούλογλου.

Ο Rachman, υπεύθυνος Διεθνών Θεμάτων των Financial Times, μετά την Αίγυπτο όπου έκανε ρεπορτάζ και συνεντεύξεις με τους πρωταγωνιστές της αιγυπτιακής επανάστασης ήλθε στην Αθήνα και κατέλυσε σε κεντρικό ξενοδοχείο της Πλατείας Συντάγματος. Εκεί είδε το γνωστό θέαμα για την περιοχή με τον αδέσποτο σκύλο- για τους φανατικούς ζωόφιλους συμπατριώτης μας- που λιάζονταν χαλαρά στην κεντρική είσοδο του πιο πολυτελούς ξενοδοχείου της χώρας. Εξεπλάγη ο Rachman και ρωτώντας τους θυρωρούς έμαθε ότι ο συγκεκριμένος σκύλος ήταν ο γνωστός «Φώντας» που έκανε επιθέσεις στα ΜΑΤ κατά την διάρκεια των διαδηλώσεων. Ελάχιστα ζωόφιλος απ’ ό, τι φαίνεται, έβαλε τον «Φώντα» στον τίτλο του άρθρου του ονομάζοντάς τον the beast (το κτήνος) και έκανε, άθελά του ίσως, μια χρήσιμη αλληγορία. Όσο Φώντας θα βρίσκεται εκεί, όσο οι πολλαπλές συντεχνίες θα χαϊδεύονται από τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες και κόμματα, η Ελλάδα δεν θα προχωρήσει μπροστά. Ας πάμε τώρα στην ουσία της υπόθεσης.

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ο Γ. Ραγκούσης πέρα από ορισμένες τακτικές αστοχίες κάνει κάτι που δεν τόλμησε κανείς προκάτοχός του. Σπάει συνολικά το απυρόβλητο μιας οργανωμένης και πολυπλόκαμης συντεχνίας που σε αγαστή συνεργασία με τα κόμματα- βλέπε τις περίφημες άτυπες δημοσκοπήσεις των ταξί στις εκλογές- είχαν εγκαθιδρύσει μια σχετικά προνομιακή θέση στον τομέα των μεταφορών.

Το σημαντικότερο σ’ αυτήν την οπτική είναι το όλον, κανείς υπεράνω του νόμου -μοίρασμα των θυσιών, τέλος στο απυρόβλητο- και όχι οι επιμέρους ρυθμίσεις. Οι συνδικαλιστές των ταξί ισχυρίζονται ότι θέλουν τις ευρωπαϊκές προβλέψεις με πληθυσμιακά κριτήρια πυκνότητας αλλά ξεχνούν να πουν ότι πουθενά δεν υπάρχει αυτή η κλειστή, παράνομη και μαύρη εσωτερική αγορά των αδειών με κόστος 150 χιλιάδων ευρώ- στη Γερμανία όπου επιτρέπεται η μεταβίβαση αδείας κοστίζει 6 ή 7 χιλιάδες- ξεχνούν επίσης ότι πουθενά στην Ευρώπη δεν υπάρχει το προνόμιο των ταξί να μεταφέρουν αποκλειστικά τουρίστες (των τουριστικών λεωφορείων εξαιρουμένων), ξεχνούν ότι πουθενά η στρέβλωση των μεταφορών δεν είναι τόσο μεγάλη όσο στην Ελλάδα. Ο Γ. Ραγκούσης λοιπόν αμφισβητεί το όλον, αρνείται την συνδιαμόρφωση της απελευθέρωσης με τους συνδικαλιστές και γι’ αυτό θέλει να μετακινήσει τον «Φώντα» λίγο πιο πέρα.

Κάτι παρόμοιο επιχειρεί και η Άννα Διαμαντοπούλου με το νομοσχέδιο για τα ΑΕΙ. Η Υπουργός Παιδείας στοχεύει και αυτή το «θηρίο στην καρδιά». Στοχεύοντας τις οργανωτικές προϋποθέσεις διοίκησης των ΑΕΙ, βασικό μηχανισμό αναπαραγωγής της κυρίαρχης συντεχνίας στα ΑΕΙ που είναι οι καθηγητές –και όχι οι φοιτητικές παρατάξεις όπως ισχυρίζονται πολλοί- προσπαθεί να αναδιατάξει ριζικά το συσχετισμό της αδράνειας. Μετακινώντας έναν πιο αριστοκράτη αυτή τη φορά «Φώντα», λίγο πιο πέρα.

Οι καθηγητές των ΑΕΙ μετά το 1974 εκμεταλλευόμενοι την εκτεταμένη αποχουντοποίηση των ΑΕΙ από το φοιτητικό κίνημα της περιόδου 1972- 1980 (που ο Στ. Κούλογλου και ο υπογράφων όπως και κάποιες χιλιάδες ακόμη βάλαμε- για καλό ελπίζω- το χεράκι μας) όπως και κάποιες ασάφειες του Νόμου Πλαισίου του 1982 εγκαθίδρυσαν σταδιακά μια κυριαρχία χρησιμοποιώντας τις φοιτητικές παρατάξεις ως διαύλους επαφής με την πολιτική εξουσία και δευτερευόντως συνδιαχειριστές μιας κολοσσιαίας υλικής και άυλης περιουσίας που ανήκει στην ελληνική κοινωνία προς ίδιον όφελος. Αποτέλεσμα η αδράνεια και η χαμηλή παραγωγικότητα σε σχέση με τους χρηματοδοτικούς πόρους.

Οι περισσότεροι καθηγητές ΑΕΙ δεν ανανεώνουν το επιστημονικό και ερευνητικό τους έργο, δεν κάνουν πολλές δημοσιεύσεις σε διεθνή περιοδικά, είναι εσωστρεφείς, εγκαταλείπουν συχνά τους φοιτητές τους στα χέρια νεώτερων πανεπιστημιακών ενώ πολλοί από αυτούς κονταροχτυπιούνται με τους συναδέλφους τους για τις διοικητικές θέσεις των Συγκλήτων και των Πρυτανειών. Αυτό που οι περισσότεροι πανεπιστημιακοί στην Δυτική Ευρώπη θεωρούν αναγκαία «αγγαρεία» που τους απομακρύνει από το εκπαιδευτικό τους έργο  στην Ελλάδα γίνεται αντικείμενο λυσσώδους ανταγωνισμού. Και το κυριότερο σε μια εποχή τεχνολογικών θαυμάτων με δυνατότητα αλμάτων στην παραγωγικότητα της γνώσης όπως λέει και η Lucy Kellaway που προαναφέραμε, πολλοί επιβάλλουν τη λογική του αραμπά στα ΑΕΙ που θα έπρεπε να είναι οι βαριές βιομηχανίες του μέλλοντός μας. Γιατί αλήθεια στο εξωτερικό 3.000 Έλληνες πανεπιστημιακοί διαπρέπουν και εξελίσσονται σε όλες τις βαθμίδες ενώ το 60% τουλάχιστον των Ελλήνων καθηγητών ελληνικών πανεπιστημίων που τελείωσαν τα ίδια λύκεια, σημειώνουν τριτοκοσμικά επίπεδα αποδοτικότητας;

Παρότι υπάρχουν μερικές θαυμάσιες νησίδες ποιότητας στα ελληνικά ΑΕΙ αυτές ασφυκτιούν μέσα στο γενικότερο πλαίσιο. Μήπως θα έπρεπε να ξεκινήσουμε από τις νησίδες ποιότητας διερωτήθηκε ο Παύλος Τσίμας προσφάτως και ίσως έχει κάποιο δίκιο. Το πρόβλημα όμως είναι και στα ΑΕΙ δομικό. Ελληνιστί ο «Φώντας» είναι «γάτα». Δεν θα αφήσει να περάσει κανείς χωρίς διόδια.

Ο Στ. Κούλογλου στο άρθρο του στο TVXS «Μια κυβέρνηση πυρομανών», που δημοσιεύεται στη συνέχεια ολόκληρο, διαφωνεί πλήρως με αυτή την οπτική. Θιασώτης των μεταρρυθμίσεων, έγκυρος σχολιαστής χωρίς άμεση κομματική εμπλοκή και κυρίως άνθρωπος της πράξης και όχι μόνο των λόγων, εκφράζει την αγωνία μέρους των πολιτών που θέλουν τη ριζική αλλαγή χωρίς τη διάλυση της κοινωνικής συνοχής. Ο Στ. Κούλογλου κάνει κριτική στους δύο υπουργούς για άστοχο νεοφιλελεύθερο δογματισμό, ισοπεδωτική εφαρμογή της λογικής του σοκ και κυρίως άτεχνη χρονική επιλογή για την σύγκρουση.

«Αν ο κ. Ραγκούσης είχε κάνει τις αλλαγές του τον Νοέμβριο, η όποια σύγκρουση δεν θα είχε επιφέρει καίρια πλήγματα στην βασική εγχώρια «βιομηχανία», δηλαδή τον τουρισμό, ούτε θα είχε αποτελειώσει την εικόνα της χώρας στο εξωτερικό», λέει ο Σ.Κ. Μα η ελληνική εμπειρία λέει ότι αυτός ο Νοέμβριος δε θα ερχόταν ποτέ. Το ίδιο ισχύει και για την ανάλογη κριτική για χρονική αστοχία προς την κ. Άννα Διαμαντοπούλου. Τόσα χρόνια δεν κάνουμε κριτική στις ελληνικές κυβερνήσεις για συνεχή αναβλητικότητα και υποταγή στο πολιτικό κόστος; Αυτή η συνταγή δεν οδήγησε στην κυριαρχία των συντεχνιών σε όλους τους τομείς της οικονομίας και κοινωνίας με αποτέλεσμα τον κατακερματισμό επάλληλων ολιγοπωλίων; Μια παρατήρηση όμως του Σ. Κ. είναι απολύτως σωστή. Το ότι δύο υπουργοί δεν μπορούν μόνοι τους χωρίς ευρύτερη στήριξη από την κοινωνία να φέρουν σε πέρας τέτοια εκρηκτικά εγχειρήματα.

Μήπως είναι δυνατόν να συμφωνήσουμε να μετακινήσουμε τον «Φώντα» λίγο πιο πέρα χωρίς να τον ταπεινώσουμε, να πούμε την ίδια στιγμή «μπράβο» σ’ αυτούς που τόλμησαν να σώσουμε τη χώρα από τη χρεωκοπία χωρίς να εξουθενωθούμε υπερβολικά όσοι μονίμως νόμιμοι πληρώνουμε και να πληρώσουν κάποτε και οι «ατσίδες»- λαθρεπιβάτες; Αν αυτό δεν είναι δυνατόν, ποιο είναι ιεραρχικά το κύριο; Αυτό είναι το δίλημμα των ημερών.

*Ο Περικλής Βασιλόπουλος είναι Δημοσιογράφος, Αντιπρόεδρος της Ένωσης Πολιτών για την ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ.

Συζήτηση

Κανένα σχόλιο ακόμα.

Υποβολή σχολίου

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.